
Οι πόλεις είναι «ζωντανοί οργανισμοί». Οι παρεμβάσεις που σχεδιάζονται σήμερα οφείλουν να εξυπηρετούν τις τωρινές ανάγκες, διασφαλίζοντας παράλληλα την ευημερία και των επόμενων γενεών. Μια συζήτηση με την Επίκουρη Καθηγήτρια Περιβαλλοντικού Χωρικού Σχεδιασμού, Δήμητρα Χονδρογιάννη.
Μέχρι το 2050, τα δύο τρίτα του παγκόσμιου ανθρώπινου πληθυσμού θα κατοικούν σε πόλεις. Οι πόλεις προσφέρουν ευκαιρίες απασχόλησης και, λόγω της μεγάλης συγκέντρωσης πληθυσμού, ένα ευρύ φάσμα υπηρεσιών κάθε είδους. Τα συστήματα εκπαίδευσης και υγείας, καθώς και οι δραστηριότητες ελεύθερου χρόνου και ψυχαγωγίας, είναι κατά κανόνα ευκολότερα προσβάσιμα στα αστικά κέντρα.
Οι πόλεις πρέπει πλέον να οργανώνονται με τέτοιον τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η ισορροπία μεταξύ κοινωνικής ευημερίας, οικονομικής ανάπτυξης και προστασίας του περιβάλλοντος. Στόχος είναι η κάλυψη των αναγκών των σημερινών αλλά και των μελλοντικών γενεών των κατοίκων τους, ενώ παράλληλα η ανθεκτικότητα απέναντι στην κλιματική αλλαγή θέτει πρόσθετες προκλήσεις.
Για παράδειγμα, η ενίσχυση του «αστικού πρασίνου» δεν αποσκοπεί μόνο στην αισθητική αναβάθμιση και την ψυχική ευεξία των κατοίκων. Η βλάστηση λειτουργεί ως ρυθμιστής της ποιότητας του αέρα και της θερμοκρασίας και, σε συνδυασμό με το έδαφος των πάρκων, συμβάλλει στη μείωση των πλημμυρικών φαινομένων. Στο πλαίσιο αυτό, στις βιώσιμες πόλεις επιδιώκεται η φύτευση σε κάθε διαθέσιμο ελεύθερο χώρο: στους ακάλυπτους των πολυκατοικιών, σε ανοικοδόμητα οικόπεδα, ακόμη και σε ταράτσες ή όψεις κτιρίων. Η ενσωμάτωση πράσινων στοιχείων στα κτίρια προσφέρει πρόσθετες θερμομονωτικές ιδιότητες, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη βελτίωση της ενεργειακής τους απόδοσης.
Με γνώμονα την ενεργειακή αποδοτικότητα και την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, δίνεται πλέον έμφαση στη γεωμετρία, τον προσανατολισμό, καθώς και στις ιδιότητες των υλικών κατασκευής και επικάλυψης των δημόσιων και ιδιωτικών υποδομών.
Οι μετακινήσεις αποτελούν καθοριστικό παράγοντα για την ποιότητα της καθημερινής ζωής στην πόλη, ενώ ταυτόχρονα είναι πηγή σημαντικών περιβαλλοντικών πιέσεων. Η μείωση της ανάγκης για μετακινήσεις είναι μία από τις βασικές επιδιώξεις του βιώσιμου αστικού σχεδιασμού. Κυρίως, όμως, προωθείται η φιλικότερη προς το περιβάλλον και τον άνθρωπο μετακίνηση, μέσω της εισαγωγής της ηλεκτροκίνησης (σε μέσα μαζικής μεταφοράς και ΙΧ), καθώς και η διευκόλυνση της κυκλοφορίας πεζών, ποδηλάτων και πατινιών. Πρόκειται για πρακτικές που μειώνουν τη ρύπανση και τον θόρυβο, ενώ ταυτόχρονα ενθαρρύνουν τη σωματική άσκηση και βελτιώνουν την ποιότητα ζωής.
Η ψηφιακή τεχνολογία, ως υποστηρικτικό εργαλείο, σε συνδυασμό με τη θεσμοθέτηση των Στρατηγικών Βιώσιμης Αστικής Ανάπτυξης, ως υποχρέωση, συμβάλλουν στη διαμόρφωση των κατάλληλων συνθηκών ώστε οι πόλεις μας να αποκτήσουν χαρακτηριστικά βιωσιμότητας.
Σύμφωνα με την κα Χονδρογιάννη, κομβικής σημασίας είναι η συμμετοχή των πολιτών–κατοίκων σε όλη τη διαδικασία σχεδιασμού. Ο συμμετοχικός σχεδιασμός, η διαβούλευση με τους εμπλεκόμενους φορείς και η ενεργή εμπλοκή της κοινότητας στην εφαρμογή του σχεδιασμού είναι δύσκολες αλλά απαραίτητες προϋποθέσεις για την επιτυχία. Ο σχεδιασμός του σήμερα είναι καθοριστικός για τη βιωσιμότητα των πόλεων που θα κληροδοτήσουμε στις επόμενες γενιές.