
Στα τέλη του Ιανουαρίου η έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δημοσίευσε τις τελευταίες εκτιμήσεις της για την εξέλιξη του ελαιοκομικού τομέα στην Ευρώπη και τον κόσμο. Η ανάλυση στηρίζεται στην παραδοχή πως η παραγωγή ελαιολάδου στην Ισπανία θα καταγράψει οριακή μόνο υποχώρηση, παρότι είναι πολλές οι φωνές στην Ισπανία που υποστηρίζουν πως ο όγκος παραγωγής δεν θα μειωθεί κατά 3% που εκτιμά η Ισπανική κυβέρνηση. Υποστηρίζουν πως η μείωση της παραγωγής θα είναι πολύ μεγαλύτερη και προσδιορίζουν τον όγκο παραγωγής στα 1.200.000 τόνους, όταν η Ισπανική κυβέρνηση τον προσδιορίζει στους 1.372.000 τόνους.
Την ίδια ώρα, τα μηνύματα που έρχονται από την Ισπανική αγορά είναι πως ο όγκος των πωλήσεων δεν αυξάνεται με ρυθμό ανάλογο της πτώσης της τιμής του ελαιολάδου. Αν μάλιστα διαβάσουμε πιο προσεκτικά τα στοιχεία, θα διαπιστώσουμε πως αυξάνεται ο όγκος των πωλήσεων του έξτρα παρθένου ελαιολάδου και υποχωρούν οι πωλήσεις παρθένων και κουπέ ελαιολάδων.
Η συνολική παραγωγή στην Ευρωπαϊκή Ένωση εκτιμάται πως θα ανέλθει στους 2.046.000 τόνους, σε σύγκριση με την περίοδο 2024–2025, όταν είχε φτάσει τους 2.110.000 τόνους. Ειδικότερα, η Ισπανία αναμένεται να παράγει 1.372.000 τόνους, αν και μειωμένη κατά 3% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά. Η Ιταλία αναμένεται να φθάσει στους 310.000 τόνους, καταγράφοντας αύξηση της τάξης του 25%, εξέλιξη που αποδίδεται στις καλύτερες καιρικές συνθήκες και στη σταθεροποίηση των ελαιώνων.

Αντίθετα, η Ελλάδα εκτιμάται ότι θα περιοριστεί στους 200.000 τόνους, παρουσιάζοντας πτώση περίπου 20%, γεγονός που συνδέεται με την ξηρασία και τις αυξημένες προσβολές από ασθένειες. Η Πορτογαλία αναμένεται να παράγει περίπου 150.000 τόνους, με μείωση 15%, ενώ οι λοιπές χώρες της ΕΕ διαμορφώνουν συνολικά την παραγωγή τους στους 14.000 τόνους περίπου, καταγράφοντας επίσης πτωτική πορεία.
Σταθερή παραγωγή εκτός ΕΕ
Στον τομέα της παραγωγής εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, η συνολική ποσότητα για το 2025–2026 εκτιμάται στους 1.384.000 τόνους, παρουσιάζοντας μείωση περίπου 5% σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο.
Σε επίπεδο χωρών εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Τυνησία αναμένεται να αποτελέσει τον βασικό μοχλό αύξησης της παραγωγής, φτάνοντας τους 450.000 τόνους, με άνοδο 32% σε ετήσια βάση. Το Μαρόκο εκτιμάται ότι θα αγγίξει τους 160.000 τόνους, παρουσιάζοντας εντυπωσιακή αύξηση 78%, αποτέλεσμα των επενδύσεων σε σύγχρονες καλλιέργειες.
Αντίθετα, η Τουρκία προβλέπεται να υποχωρήσει σημαντικά, περιοριζόμενη στους 290.000 τόνους, με μείωση 43%, λόγω δυσμενών καιρικών συνθηκών και μειωμένης καρποφορίας. Η Συρία αναμένεται να κινηθεί στους 95.000 τόνους, παρουσιάζοντας μικρή πτώση 10%, ενώ οι λοιπές τρίτες χώρες εκτιμάται ότι θα παράγουν συνολικά περίπου 389.000 τόνους, με ελαφρά υποχώρηση 8%.

Αύξηση εξαγωγών και αποθεμάτων, αλλά μείωση της κατανάλωσης
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εξέλιξη των εμπορικών ροών και των αποθεμάτων. Οι εξαγωγές της ΕΕ προς τρίτες χώρες αναμένεται να φθάσουν στους 780.000 τόνους για το 2025–2026, αυξημένες σε σχέση με τους 747.000 τόνους της προηγούμενης περιόδου.
Αντίθετα, η εσωτερική κατανάλωση στην Ευρωπαϊκή Ένωση υποχωρεί στους 1.417.000 τόνους, από 1.469.000 τόνους το 2024–2025, καταγράφοντας μείωση περίπου 3,5%. Η εξέλιξη αυτή είναι πιθανότατα αποτέλεσμα της μείωσης του διαθέσιμου εισοδήματος των Ευρωπαίων καταναλωτών και ιδιαίτερα εκείνων που κατοικούν στις ελαιοπαραγωγές χώρες του Ευρωπαϊκού νότου. Ένα πρόσθετο στοιχείο που οδηγεί στη μείωση της κατανάλωσης είναι η καθιερωμένη πολιτική προβολής του έξτρα παρθένου ελαιολάδου και η παράλληλη υποτίμηση των παρθένων και κουπέ ελαιολάδων.
Παράλληλα, οι εισαγωγές από τρίτες χώρες αυξάνονται ελαφρά και φτάνουν τους 190.000 τόνους, ενισχύοντας τη διαθεσιμότητα στην ευρωπαϊκή αγορά.
Ως αποτέλεσμα αυτών των εξελίξεων, τα τελικά αποθέματα στο τέλος της περιόδου 2025–2026 εκτιμώνται στους 411.000 τόνους, αυξημένα σε σχέση με τους 372.000 τόνους της προηγούμενης χρονιάς. Πρόκειται για επίπεδο κατά 10,4% υψηλότερο από εκείνο του 2024–2025, γεγονός που δημιουργεί συνθήκες σχετικής σταθερότητας στην αγορά.
Ωστόσο, αν επαληθευτούν οι εκτιμήσεις των Ισπανών ελαιοκομικών παραγόντων που θέλουν την παραγωγή ελαιολάδου να υποχωρεί στους 1.200.000 τόνους, τότε τα διαθέσιμα αποθέματα θα μειωθούν στο εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο των 211.000 τόνων.
Συνολικά, η ελαιοκομική περίοδος 2025–2026 χαρακτηρίζεται από ήπια μείωση της παραγωγής στην ΕΕ, ενίσχυση των εξαγωγών, περιορισμό της κατανάλωσης και αύξηση των αποθεμάτων.

Η εξέλιξη των τιμών
Μέχρι σήμερα έχει επιβεβαιωθεί η εκτίμηση που κάναμε στις αρχές του Ιανουαρίου πως δεν υπάρχουν μεγάλες προοπτικές ανόδου των τιμών του ελαιολάδου για τους παραγωγούς. Κι αυτό γιατί οι έμποροι και οι τυποποιητές δεν είναι πρόθυμοι να δημιουργήσουν μεγάλα αποθέματα.
Επιπλέον, οι καιρικές συνθήκες του φετινού χειμώνα σε όλη τη λεκάνη της Μεσογείου διαμορφώνουν τις συνθήκες για μια πολύ υψηλή παραγωγή ελαιολάδου την επόμενη ελαιοκομική περίοδο. Μόνο σημειακά και κατά διαστήματα μπορούν να δημιουργηθούν συνθήκες ανόδου των τιμών, ως αποτέλεσμα πρόσκαιρων ελλειμμάτων στην αγορά. Π.χ. στο κλείσιμο της ελαιοκομικής περιόδου μπορούν να δημιουργηθούν ελλείψεις στα καλά έξτρα παρθένα ελαιόλαδα.