
Στην εκπομπή «Τα παιδία παίζει», η Ανθή Παζιάνου, η Μαρία Χατζηγεωργίου και ο Θράσος Αβραάμ στάθηκαν από την πρώτη στιγμή στο τραγικό συμβάν ανοιχτά της Χίου, μιλώντας για μια υπόθεση που, όπως ειπώθηκε, έχει προκαλέσει σοκ και έχει αφήσει πίσω της 15 νεκρούς πρόσφυγες και μετανάστες, τραυματίες και βαριά ερωτήματα για το τι ακριβώς συνέβη.
Η συζήτηση άνοιξε με αναφορά στην παρουσία πολιτικών προσώπων στο νησί, με την επισήμανση ότι η επιτόπια εικόνα και η ενημέρωση από πρώτο χέρι έχουν ιδιαίτερη σημασία όταν το δημόσιο πεδίο γεμίζει αντιφατικές εκδοχές. Στο ίδιο πλαίσιο, τονίστηκε ότι δημοσιογράφοι δεν είχαν πρόσβαση στους επιζώντες στο νοσοκομείο, γεγονός που, όπως ειπώθηκε, δυσκολεύει το ρεπορτάζ και ενισχύει την καχυποψία γύρω από την υπόθεση.
Η Μαρία Χατζηγεωργίου περιέγραψε το κλίμα ως ένα πραγματικό θρίλερ, σημειώνοντας ότι, πέρα από τις επίσημες ανακοινώσεις, παραμένουν σκοτεινά σημεία που πρέπει να αποσαφινιστούν ώστε να μην υπάρχουν σκιές. Στάθηκε ιδιαίτερα σε όσα μεταφέρθηκαν μέσα από μαρτυρίες εργαζομένων του Νοσοκομείου Χίου, οι οποίοι βρέθηκαν από την πρώτη στιγμή εκεί. Όπως ειπώθηκε, προσωπικό έσπευσε στο νοσοκομείο ακόμη και εκτός βάρδιας, κάτι που παρουσιάστηκε ως εικόνα αυταπάρνησης και ως υπενθύμιση ότι οι δομές υγείας κρατιούνται όρθιες και από τους ανθρώπους τους.
Στο πιο αιχμηρό σημείο της κουβέντας, αναδείχθηκε η περιγραφή ότι τα θύματα και οι τραυματίες δεν παρέπεμπαν στην εικόνα πνιγμού που έχει καταγραφεί σε άλλες περιπτώσεις, αλλά σε βαριές κακώσεις, σαν από πόλεμο ή πολύ σοβαρό τροχαίο. Αυτό το στοιχείο τέθηκε ως κρίσιμο ερώτημα, με τη διατύπωση της απορίας πώς μια σύγκρουση θα μπορούσε να προκαλέσει τόσο βαριά τραύματα. Η αίσθηση που μεταφέρθηκε ήταν ότι αυτό ακριβώς το κενό στην εξήγηση είναι που πρέπει να φωτιστεί με σαφήνεια.
Ο Θράσος Αβραάμ συνέδεσε ευθέως τον αποκλεισμό των δημοσιογράφων με την ανάγκη διαφάνειας, λέγοντας ότι, αν τα γεγονότα είναι όπως περιγράφονται από την κυβέρνηση, δεν θα υπήρχε λόγος να εμποδίζεται η πρόσβαση σε επιζώντες και τραυματίες για την καταγραφή μαρτυριών. Στο ίδιο πνεύμα, τέθηκε η ανάγκη να εξεταστεί κατά πόσο μπορούν οι δημοσιογραφικές ενώσεις, ακόμη και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, να παρέμβουν ώστε να διασφαλίζεται απρόσκοπτη άσκηση του δημοσιογραφικού έργου σε υποθέσεις με τόσο βαριά κοινωνική και ανθρωπιστική διάσταση.
Στη ροή της συζήτησης έγινε αναφορά και στις διαδοχικές εκδοχές που κυκλοφόρησαν τις πρώτες ώρες, καθώς και στο ζήτημα ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμες καταγραφές από κάμερες, κάτι που παρουσιάστηκε ως ακόμη ένας παράγοντας που θολώνει το τοπίο. Από εκεί πέρα, διατυπώθηκε η θέση ότι, σε συνθήκες τόσο έντονης αμφισβήτησης, η διερεύνηση δεν μπορεί να αφεθεί μόνο σε εσωτερικούς μηχανισμούς, αλλά χρειάζεται ανεξάρτητη εξέταση, με αναφορά σε διεθνείς φορείς και εμπειρογνώμονες.
Στο πολιτικό σκέλος, ειπώθηκε καθαρά ότι οι εργαζόμενοι στα σώματα ασφαλείας εκτελούν εντολές και ότι, άρα, η συζήτηση για ευθύνες δεν μπορεί να μένει στο επιχειρησιακό επίπεδο, αλλά πρέπει να ακουμπά τις πολιτικές αποφάσεις και την κατεύθυνση που δίνεται. Στο ίδιο μήκος κύματος τέθηκε και το δίλημμα της αποτροπής, με τη διατύπωση ότι, όταν εφαρμόζεται πρακτική αποτροπής στη θάλασσα, ο κίνδυνος για πνιγμούς γίνεται πραγματικός και οφείλει να λέγεται χωρίς υπεκφυγές.
Μετά το βαρύ πρώτο μέρος, η εκπομπή πέρασε σε ένα θέμα που χαρακτηρίστηκε άγνωστο σε μεγάλο κομμάτι της τοπικής κοινωνίας, τη λειτουργία του Κέντρου Φυσικής Αποκατάστασης στα Δάφια και τη μοναδική θερμαινόμενη πισίνα στον Βόρειο Αιγαίο. Περιγράφηκε μια δημόσια δομή αποκατάστασης, ενταγμένη οργανικά στο Νοσοκομείο Μυτιλήνης, με δωρεάν παροχές και δυνατότητα υποστήριξης περιστατικών όπως νευρολογικά, ορθοπαιδικά, εγκεφαλικά και αναπτυξιακές δυσκολίες. Αναφέρθηκαν 460 ασθενείς την περασμένη χρονιά και περίπου 5000 συνεδρίες, ως δείκτες ότι γίνεται ουσιαστική δουλειά, ακόμη κι αν το ίδιο το έργο της δομής δεν είναι ευρέως γνωστό.
Παράλληλα, μπήκε στο κάδρο μια αντίφαση που περιγράφηκε ως βαθιά ελληνική, ένας ξενώνας 12 ατόμων, έτοιμος εδώ και 26 χρόνια, που παραμένει κλειστός, με την εκτίμηση ότι το βασικό εμπόδιο είναι η έλλειψη προσωπικού για να υποστηρίξει τη λειτουργία του. Στη συζήτηση αναφέρθηκε ότι στη δομή εργάζονται 8 μόνιμοι, ενώ υπογραμμίστηκε πως, αν υπήρχε ενίσχυση, θα μπορούσε να λειτουργήσει πλήρως το σύνολο των υποδομών.
Στο σημείο αυτό, η συζήτηση πήρε χαρακτήρα διεκδίκησης, με αναφορά στο ότι η συνεχής δημοσιοποίηση και πίεση μπορούν να φέρουν αποτέλεσμα, όπως συνέβη με προηγούμενα αιτήματα στο χώρο της υγείας. Η ίδια λογική συνδέθηκε έπειτα και με την εκπαίδευση, όταν τέθηκε το ζήτημα των 100 κενών στα σχολεία της Λέσβου, με έμφαση στην ειδική αγωγή και την παράλληλη στήριξη. Η εικόνα που περιγράφηκε ήταν μιας χρονιάς που έχει ήδη προχωρήσει, με την καθημερινότητα να καλύπτει τρύπες πρόχειρα, χωρίς πραγματική αναπλήρωση, και με το οικονομικό βάρος να λειτουργεί αποτρεπτικά για εκπαιδευτικούς που καλούνται να μετακινηθούν με χαμηλές απολαβές και υψηλά ενοίκια.
Το νήμα που έδεσε όλα τα παραπάνω ήταν η απαίτηση για καθαρή ενημέρωση, λογοδοσία και ουσιαστικές λύσεις, είτε μιλάμε για ένα ναυάγιο που ζητά πλήρη διερεύνηση, είτε για δομές υγείας που δουλεύουν αλλά δεν προβάλλονται όσο αξίζουν, είτε για σχολεία που μετρούν κενά σε μια περίοδο που κάθε εβδομάδα χωρίς δάσκαλο αφήνει αποτύπωμα. Στο κλείσιμο, το μήνυμα που έμεινε ήταν ότι τίποτα δεν αλλάζει με τη σιωπή, ενώ η επιμονή, η τεκμηρίωση και η διαρκής ανάδειξη των προβλημάτων είναι συχνά το μόνο μονοπάτι που οδηγεί σε αποτέλεσμα.