
Τη μεταδιδακτορική του έρευνα, που υλοποιήθηκε σε δημοτικό σχολείο της Λέσβου με αντικείμενο τις αντιλήψεις των μαθητών για τη φύση και την περμακουλτούρα, παρουσίασε μέσα από τη συνέντευξή του στο ρ/σ του «Ν» 99 fm ο δάσκαλος και ανθρωπολόγος, Δρ. Αριστείδης Σγατζός.
Αφορμή για τη συζήτηση στάθηκε η ολοκλήρωση της μεταδιδακτορικής έρευνας από το Πανεπιστήμιο Αιγαίου (Σχολή Κοινωνικών Επιστημών, Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας), το οποίο βεβαιώνει ότι ο κ. Σγατζός ολοκλήρωσε την έρευνά του με θέμα «Δουλεύουμε με τη φύση ή εναντίον της;», ως ανθρωπολογική προσέγγιση στον μετασχηματισμό των αντιλήψεων των μαθητών για τη φύση, μέσα από την εφαρμογή εκπαιδευτικού project με τις αρχές και τις μεθόδους της περμακουλτούρας. Η εκπόνηση διήρκεσε από τον Ιούνιο του 2023 έως και τον Ιανουάριο του 2026, με επιβλέπουσα την καθηγήτρια Βενετία Καντσά.
Από τον «σχολικό κήπο» στις αλλαγές στις στάσεις των παιδιών
Όπως εξήγησε ο κ. Σγατζός, το πεδίο της έρευνας ήταν ο σχολικός κήπος στο 1ο δημοτικό σχολείο Μυτιλήνης, εστιάζοντας στο πώς «μέσα από την εφαρμογή αυτού του εκπαιδευτικού project» μεταβάλλονται οι αντιλήψεις των παιδιών για τη φύση και την ίδια την περιβαλλοντική δράση. Η έρευνα, όπως είπε, αφορούσε αρχικά μία «φουρνιά» μαθητών, ενώ στη συνέχεια «επιβεβαιώθηκαν κάποια συμπεράσματα» με δεύτερη ομάδα (δύο τμήματα πέμπτης-έκτης).
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη συνεργασία με τις δημοτικές αρχές, σημειώνοντας ότι οι Δήμοι έχουν ευθύνη για τα σχολικά προαύλια και τις υποδομές. Περιέγραψε ότι τα παρτέρια και η ενίσχυση με χώμα ήταν αποτέλεσμα συνεργασίας που ξεκίνησε παλαιότερα και συνεχίστηκε, όπως είπε, ομαλά και στη συνέχεια, ώστε ο κήπος να «στηθεί» σταδιακά.
Τι είναι η περμακουλτούρα και γιατί «μιλά» στα παιδιά
Στη συζήτηση επανήλθε σε μια βασική διευκρίνιση: η περμακουλτούρα δεν είναι απλώς καλλιεργητική τεχνική, αλλά «σύστημα σχεδιασμού», που αναπτύχθηκε στην Αυστραλία από τον Bill Mollison και τον David Holmgren. Όπως τόνισε, ξεκίνησε από τη σύνδεση του permanent με το agriculture, όμως εξελίχθηκε σε culture, δηλαδή σε ένα πλαίσιο που μπορεί να αφορά «όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες».
Σύμφωνα με τον ίδιο, στηρίζεται σε τρεις ηθικές αρχές: φροντίδα για τον άνθρωπο, φροντίδα για τη φύση και δίκαιη κατανομή του πλεονάσματος. Σε ερώτηση για το αν παιδιά μικρής ηλικίας μπορούν να κατανοήσουν τέτοιες έννοιες, ο κ. Σγατζός υποστήριξε ότι τα παιδιά όχι μόνο μπορούν, αλλά συχνά τα καταφέρνουν ευκολότερα, επειδή δεν έχουν παγιωμένα στερεότυπα και «κακές συνήθειες».
«Δεν είναι “ζιζάνια”, είναι φυτά σε λάθος θέση»
Με πρακτικά παραδείγματα, περιέγραψε πώς η λογική της περμακουλτούρας μεταφράζεται σε αλλαγές στάσεων: «απαγορεύεται το σκάψιμο» στον κήπο, είπε, σημειώνοντας ότι μια τέτοια πρακτική είναι δύσκολο να γίνει αποδεκτή από έναν έμπειρο αγρότη, ενώ στα παιδιά εισάγεται πιο άμεσα ως διαφορετικός τρόπος σκέψης για το έδαφος και τη ζωή μέσα σε αυτό.
Στάθηκε επίσης στη μετατόπιση του λεξιλογίου και της σχέσης με τον «άλλο» του κήπου: τα λεγόμενα ζιζάνια δεν αντιμετωπίζονται ως εχθροί, καθώς στην περμακουλτούρα «τα λέμε φυτά σε λάθος θέση». Παράλληλα, η εξοικείωση με οργανισμούς που συχνά προκαλούν αποστροφή ή φόβο –σκουλήκια, σκαθάρια, κομποστοποίηση, επικονίαση– γίνεται μέρος μιας διαδικασίας παρατήρησης και κατανόησης.
Χαρακτηριστικό ήταν το παράδειγμα μαθητή που στην αρχή «σιχαινόταν» τα έντομα και δεν ήθελε να τα αγγίξει, χρησιμοποιώντας λέξεις όπως «βρώμικο» και «μιαρό». Όπως είπε ο κ. Σγατζός, στο τέλος της χρονιάς το ίδιο παιδί έπιανε «με γυμνό χέρι» σκουλήκια και τα μετέφερε από το εκτροφείο σκουληκιών στο παρτέρι «για να κάνουν τη δουλειά τους», δείχνοντας μια μετρήσιμη μεταβολή στη στάση και τη σχέση με τη φύση.
«Μια φορά ανθρωπολόγος, πάντα ανθρωπολόγος»: εθνογραφικά ημερολόγια
Ο κ. Σγατζός συνέδεσε ρητά την εκπαιδευτική εμπειρία με την ανθρωπολογική μεθοδολογία: στο project, όπως είπε, εμφανίστηκαν «ημερολόγια κήπου», τα οποία σε δεύτερη ανάγνωση λειτούργησαν ως «εθνογραφικά ημερολόγια» επιτόπιας έρευνας. Στο υλικό αυτό, σύμφωνα με τον ίδιο, στηρίχθηκαν τα δεδομένα και η ανάλυση της έρευνας.
Σε αυτό το σημείο, εξήγησε και το θεωρητικό πλαίσιο: η «Ανθρωπολογία της Φύσης», ένας δυναμικός κλάδος που εξετάζει πώς διαφορετικές κοινωνίες προσλαμβάνουν τη φύση και πώς αυτές οι αντιλήψεις διαμορφώνουν συμπεριφορές απέναντι στο περιβάλλον. Αναφέρθηκε επίσης ότι στο Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας υπάρχει σχετικό μάθημα και ευχαρίστησε την επιβλέπουσα Βενετία Καντσά για τη συμβολή της.
Από το σχολείο στην κοινότητα: κήποι, οργανικά, διαχείριση γης
Η συζήτηση διευρύνθηκε από το σχολικό πεδίο σε προτάσεις για την πόλη και το νησί: ο κ. Σγατζός υποστήριξε ότι όλα τα σχολεία «θα πρέπει να αποκτήσουν σχολικούς κήπους» και ότι δεν θα έπρεπε να υπάρχει «εγκαταλελειμμένο οικόπεδο μέσα στη Μυτιλήνη» που να μη γίνει αστικός κήπος. Έθεσε ακόμη ως κρίσιμο ζήτημα την ανακύκλωση των οργανικών υπολειμμάτων (ο «καφέ κάδος») και τη δυνατότητα παραγωγής ποιοτικού κομπόστ από κλαδέματα και υπολείμματα καφέ, με αξιοποίηση για πράσινο και καλλιέργειες.
Παράλληλα, αναφέρθηκε σε ζητήματα αγροτικής πολιτικής και περιβάλλοντος –βόσκηση, σύνδεση γεωργίας και κτηνοτροφίας, πυρκαγιές, έργα νερού και ανάσχεση, καθώς και στην ανάγκη να μπαίνουν τέτοια θέματα στον δημόσιο διάλογο και στις αυτοδιοικητικές ατζέντες. Για τις ΑΠΕ, σημείωσε ότι «όλα είναι και καλά και κακά», τονίζοντας πως το κρίσιμο ερώτημα είναι «το ποιοτικό» και «το ποιος για ποιον», περιγράφοντας τη διαφορά ανάμεσα σε μικρές κλίμακες χρήσιμες για παραγωγικές ανάγκες και σε μεγάλης κλίμακας εγκαταστάσεις που εκτοπίζουν άλλες χρήσεις γης.
«Δεν το κάνουμε για τα χαρτιά – το κάνουμε για τη γνώση και τη διάχυση»
Κλείνοντας, ο κ. Σγατζός ξεκαθάρισε ότι δεν τον ενδιαφέρει η «συλλογή πιστοποιητικών» ως εργαλείο ανάδειξης, αλλά η γνώση ως αυταξία και η κοινωνική χρησιμότητα της διάχυσης των αποτελεσμάτων. Αν και απέκλεισε την προοπτική ακαδημαϊκής καριέρας, υπογράμμισε ότι θέλει να διατηρήσει τη σχέση με το Πανεπιστήμιο, παραμένοντας όμως «δάσκαλος στο δημοτικό σχολείο». Όπως σημείωσε, υπάρχει «πάρα πολύ υλικό» που μπορεί να οδηγήσει σε νέες ανακοινώσεις και παρεμβάσεις, με στόχο –όπως ειπώθηκε και στο στούντιο– «να υπάρξει διάχυση» ενός έργου που αφορά όχι μόνο το σχολείο, αλλά τον τρόπο με τον οποίο μια τοπική κοινωνία μαθαίνει να «βλέπει, να παρατηρεί και να προχωρά».