
Μπορεί το εμβόλιο να σώσει την Ελληνική κτηνοτροφία από την ευλογιά των προβάτων ή όχι; Η αντιπαράθεση γύρω από το ερώτημα αυτό έχει λάβει πραγματικά απίστευτες διαστάσεις, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που από την μια πλευρά παρουσιάζεται το εμβόλιο ως η πανάκια που θα λύσει το πρόβλημα, ενώ από την άλλη παρουσιάζεται ως η απόλυτη καταστροφή. Πρέπει ωστόσο να τονισθεί πως η συζήτηση για την χρήση ή μη χρήση του εμβολίου ξεκίνησε επειδή απέτυχε η κυβέρνηση να εφαρμόσει αποτελεσματικά μέτρα ανάσχεσης της επιζωοτίας της ευλογιάς.
Τις προηγούμενες ημέρες ο κτηνοτρόφος Θωμάς Μόσχος, μέσα από ανάρτησή του στα κοινωνικά δίκτυα, επικαλείται τη μελέτη της EFSA και υποστηρίζει ότι με οργανωμένο πρόγραμμα εμβολιασμού διάρκειας 3 ετών η χώρα μπορεί να απαλλαγεί από την ευλογιά. Τονίζει ότι τα εμβόλια εμφανίζουν αποτελεσματικότητα από 80 έως 100 τοις εκατό και αφήνει αιχμές για την απροθυμία της πολιτείας να προχωρήσει σε μαζικό εμβολιασμό, συνδέοντας το ζήτημα με την έλλειψη αξιόπιστων στοιχείων για το πραγματικό ζωικό κεφάλαιο, που εκτιμάται σε περίπου 17.000.000 αιγοπρόβατα. Παράλληλα, θέτει ζήτημα πολιτικών ευθυνών και ζητά ξεκάθαρες απαντήσεις από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων.
Από την άλλη πλευρά, η Εθνική Επιστημονική Επιτροπή του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης με σημερινή της ανακοίνωση δηλώνει την αντίθεση της στον εμβολιασμό. Στην επίσημη τοποθέτησή της αναγνωρίζει τη σημασία της έκθεσης της EFSA, επισημαίνει όμως σοβαρούς περιορισμούς. Όπως αναφέρεται, στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν υπάρχουν ακόμη εγκεκριμένα εμβόλια για την ευλογιά των προβάτων, ενώ απουσιάζουν εμβόλια με δυνατότητα διάκρισης μολυσμένων και εμβολιασμένων ζώων. Επιπλέον, τονίζεται ότι τα περισσότερα διαθέσιμα δεδομένα προέρχονται από τρίτες χώρες και όχι από ευρωπαϊκές ή ελληνικές φυλές.
Η Επιτροπή εκφράζει επιφυλάξεις για τα επιδημιολογικά μοντέλα που χρησιμοποιήθηκαν στη μελέτη, θεωρώντας ότι δεν αποτυπώνουν πλήρως τη γεωγραφική και παραγωγική ιδιαιτερότητα της Ελλάδας. Παράλληλα, προειδοποιεί για τον κίνδυνο αποβολής εμβολιακού ιού από ζώντα εμβόλια, για τις δυσκολίες επιτήρησης χωρίς σύστημα DIVA και για τα πρακτικά προβλήματα εφαρμογής περιορισμών στις εκμεταλλεύσεις μετά τον εμβολιασμό.
Σύμφωνα με την Επιτροπή, ο μαζικός εμβολιασμός, στη σημερινή φάση, θα μπορούσε να υπονομεύσει την επιτήρηση και το καθεστώς απαλλαγής της χώρας από τη νόσο, χωρίς να υπάρχουν επαρκείς εγγυήσεις για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητά του στις ελληνικές συνθήκες. Για τον λόγο αυτό προτείνεται πρώτα η υλοποίηση πιλοτικών δοκιμών πεδίου και η περαιτέρω συλλογή δεδομένων.
Τί υποστηρίζει ο Θωμάς Μόσχος
H Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων EFSA είναι η επιστημονική επιτροπή που αναλαμβάνει το μεγαλύτερο τμήμα των εργασιών της κατόπιν αιτημάτων για την παροχή επιστημονικών συμβουλών από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα κράτη μέλη της ΕΕ.
Ε λοιπόν έκανε μελέτη για την κατάσταση με την ευλογιά στην Ελλάδα και την Βουλγαρία
Κατέληξε ότι με πρόγραμμα εμβολιασμού σε 3 χρόνια θα έχουμε καθαρίσει από την Ευλογιά, αποτελεσματικότητα εμβολίων 80-100% σύμφωνα με μελέτες...
Μαντέψτε όμως τι δεδομένα χρησιμοποιεί η μελέτη, γιατί δεν θέλει η Ελλάδα να εμβολιάσει και μας λέει τα γνωστά παραμύθια ότι οι "επιστήμονες" στην Ελλάδα δεν θέλουν εμβολιασμό κτλ κτλ. Σύμφωνα λοιπόν με την εν λόγο υπηρεσία στην Ελλάδα έχουμε περίπου 17.000.000 αιγοπρόβατα και αν πρέπει αν εμβολιάσουμε πρέπει κάπως μαγικά να αποδείξουμε αυτό το ζωικό κεφάλαιο...
Άραγε εκεί στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων την έχετε δει αυτήν την μελέτη, αν όχι να σας την στείλουμε είναι πρόσφατη εκδόθηκε χθες και μας επιβεβαιώνει πλήρως...!!!
Μήπως ήρθε η ώρα για παραιτήσεις;;;
ΥΓ: το λινκ της μελέτης
https://www.efsa.europa.eu/en/efsajournal/pub/9928
Η θέση της Επιστημονικής Επιτροπής του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης
Η έκθεσητης Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων (ΕFSA) που δημοσιεύθηκε στις 4 Φεβρουαρίου 2026 στην ιστοσελίδα https://www.efsa.europa.eu/en/efsajournal/pub/9928 προσφέρει μια ολοκληρωμένη επισκόπηση των διαθέσιμων στοιχείων και διερευνά — μέσω της χρήσης αλγοριθμικής μοντελοποίησης — τον δυνητικό ρόλο του εμβολιασμού στον έλεγχο και την εκρίζωση της ευλογιάς των αιγοπροβάτων (SGP) στην Ελλάδα. Εκτιμούμε ιδιαίτερα τη συνεισφορά αυτή και την προσπάθεια που κατέβαλαν οι εμπειρογνώμονες της EFSA. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τις σημαντικές συνέπειες για τη λήψη αποφάσεων και τη διαχείριση που απορρέουν από τα συμπεράσματα της έκθεσης, θα θέλαμε να διατυπώσουμε ορισμένες παρατηρήσεις ως προς τη μεθοδολογία και τη βάση τεκμηρίωσης της ανάλυσης. Οι παρατηρήσεις παρουσιάζονται στις επόμενες ενότητες, ενώ σε κάθε ενότητα αναδεικνύονται συγκεκριμένα οι αναφορές αυτές στην έκθεση της EFSA.
Ως αρχική παρατήρηση, θα θέλαμε να επισημάνουμε δύο βασικούς περιορισμούς που πλαισιώνουν κάθε συζήτηση για τον εμβολιασμό έναντι της ευλογιάς των αιγοπροβάτων (SGP) στην Ευρωπαϊκή Ένωση:
Τα δύο αυτά στοιχεία συνιστούν ουσιώδεις περιορισμούς της διαθέσιμης τεκμηρίωσης για χρήση σε συνθήκες πεδίου εντός ΕΕ και έχουν άμεσες επιπτώσεις στην επιτήρηση και στο καθεστώς απαλλαγής από τη νόσο.
1. Ζητήματα επιδημιολογικής μοντελοποίησης
Λαμβάνοντας υπόψη τα επιδημιολογικά χαρακτηριστικά της εξάπλωσης της ευλογιάς των αιγοπροβάτων στην Ελλάδα, τονίζουμε τις ανησυχίες που ήδη επισημαίνονται και στην ίδια την έκθεση της EFSA, και συγκεκριμένα ότι η προσέγγιση μοντελοποίησης που βασίζεται σε «kernel» μετάδοσης δεν αποτυπώνει επαρκώς την πολυπλοκότητα της εθνικής επιδημιολογικής δυναμικής και, συνεπώς, έχει περιορισμένη αξία για την αξιολόγηση εμβολιαστικών στρατηγικών σε επίπεδο χώρας(Σελίδα 7 (γραμμές 7-19),σελίδα 36 (γραμμές 19-26) και σελίδα 37 (γραμμές 2-10)). Για την Ελλάδα, χρησιμοποιήθηκε ένα απλό μοντέλο περιγραφικής χωρο-χρονικής ανάλυσης. Άλλωστε, αποτυπώνεται ξεκάθαρα στους Όρους Εντολής (Terms of Reference), το γεγονός ότι οι στρατηγικές εμβολιασμού περιορίζονται σε περιοχές της Βουλγαρίας (σελίδα 4, γραμμή 40). Αυτό οφείλεται στους ακόλουθους παράγοντες, οι οποίοι σε μεγάλο βαθμό αναγνωρίζονται ήδη στην έκθεση:
Η Ελληνική πλευρά, υπό το συντονισμό του Προέδρου της Εθνικής Επιστημονικής Επιτροπής για την Ευλογιά, Καθηγητή και Πρύτανη Χαράλαμπου Μπιλλίνη, και σε συνεργασία με επιστήμονες του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας έχει εκπονήσει μοντελοποίηση της επιζωοτίας με τη χρήση στατιστικού μοντέλου δύο σταδίων (Hurdlemodel), το οποίο διαχωρίζει τον κίνδυνο της μόλυνσης (πιθανότητα εμφάνισης κρουσμάτων σε μια περιοχή) από τη σοβαρότητα της νόσου (ποσοστό του συνολικού ζωικού πληθυσμού που θανατώνεται), συνυπολογίζοντας τον ρόλο της γεωγραφικής γειτνίασης και της χρονικής εξέλιξης. Το μοντέλο παρέχει δυναμική πρόβλεψη της πραγματικής αποτελεσματικότητας των μέτρων και μπορεί να προσαρμοστεί για να αξιολογήσει σενάρια εμβολιασμών ή άλλων περιορισμών.
2. Ορθότητα αρχικού ερωτήματος που τίθεται στη βιβλιογραφική αναζήτηση.
Στο Κεφ. 3.1.1 (σελίδα 8, γραμμή 22), η βιβλιογραφική αναζήτηση τίθεται με ερώτημα: “How do different vaccine types reduce morbidity and mortality rates in sheep and goat populations exposed to sheep pox virus?”Επισημαίνουμε ότι το συγκεκριμένο ερώτημα, όπως διατυπώνεται, δεν είναι πλήρως ευθυγραμμισμένο ούτε με το ενωσιακό πλαίσιο ελέγχου για τη νόσο, ούτε με το ίδιο το εννοιολογικό πλαίσιο αξιολόγησης που θέτει η EFSA στους Όρους Εντολής (Terms of Reference).
Με βάση τα ανωτέρω, θα έπρεπενα αναδιατυπωθεί το ερώτημα της βιβλιογραφικής αναζήτησης και ο σαφής προσδιορισμός των πρωτευόντων αποτελεσμάτων ώστε να περιλαμβάνουν, πέραν των κλινικών εκβάσεων, και:
(α) την πρόληψη μόλυνσης (με ιολογικά/ορολογικά κριτήρια), και
(β) τη μείωση αποβολής ιού/λοιμογονικότητας και την επίδραση στη μετάδοση.
Με αυτόν τον τρόπο, η αξιολόγηση θα είναι συνεπής με τους ίδιους τους Όρους Εντολής(Terms of Reference) της EFSA και ταυτόχρονα περισσότερο χρήσιμη για τη λήψη αποφάσεων σε περιβάλλον εκρίζωσης που εφαρμόζεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
3. Βάση τεκμηρίωσης σχετικά με την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια των εμβολίων
Η αξιολόγηση των ενδεχόμενων εμβολιαστικών στρατηγικών βασίζεται κυρίως σε βιβλιογραφικά δεδομένα και σε πειραματικές δοκιμές που πραγματοποιήθηκαν από το ενωσιακό εργαστήριο αναφοράς (EURL) για την ευλογιά των αιγοπροβάτων.. Παρότι το έργο αυτό είναι πολύτιμο, υπάρχουν αρκετά κρίσιμα κενά και περιορισμοί που χρήζουν προσοχής.
α) Ειδικότητα αποτελεσματικότητας ανά είδος
Οι διαθέσιμες μελέτες αναφέρουν σχετικά ευνοϊκά αποτελέσματα στις αίγες (σελίδα 11, γραμμές 4-11 και γραμμές 39-42)· ωστόσο, παρατηρείται σημαντική έλλειψη στοιχείων ειδικά για τα πρόβατα. Στην τρέχουσα ελληνική επιζωοτία, οι εστίες αφορούν αποκλειστικά πρόβατα, ενώ έχει καταγραφεί μόνο μία εστία σε αίγες. Αυτό υποδηλώνει έντονα ότι οι αίγες εμφανίζουν εγγενώς μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στη φυσική μόλυνση τουλάχιστον από το συγκεκριμένο στέλεχος του ιού. Κατά συνέπεια, η μειωμένη αποβολή του εμβολιακού ιού και η αυξημένη προστασία που παρατηρείται στις αίγες μπορεί να αντανακλούν ανθεκτικότητα του είδους και όχι την αποτελεσματικότητα του εμβολίου καθαυτή.
β) Ευαισθησία φυλών
Στην Ενότητα 3.1.1.1 (“Outcome on morbidity and mortalityreduction”) (σελίδα 9, γραμμές 4-5) αναφέρεται ότι τα ζώντα εξασθενημένα εμβόλια “consistentlyreducemorbidity and mortalitytonearzero in vaccinatedindigenousbreeds”. Επισημαίνουμε ότι ο όρος indigenousbreeds στις συμπεριλαμβανόμενες μελέτες αφορά τις αυτόχθονες/τοπικές φυλές των τρίτων χωρών όπου πραγματοποιήθηκαν οι μελέτες και τα πειράματα, και όχι ευρωπαϊκές φυλές. Αυτό έχει ουσιαστική σημασία, διότι στην ΕΕ δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα κλινικών δοκιμών πεδίου για τις ευρωπαϊκές (και ειδικά τις ελληνικές) φυλές προβάτων/αιγών· συνεπώς δεν είναι τεκμηριωμένο ότι τα ίδια επίπεδα “σχεδόν μηδενικής” νοσηρότητας/θνησιμότητας θα αναπαράγονταν υπό ευρωπαϊκές συνθήκες ή σε ευρωπαϊκούς γενετικούς πληθυσμούς. Κατά συνέπεια, τα συμπεράσματα για “indigenousbreeds” δεν θα πρέπει να μεταφέρονται άκριτα ως αναμενόμενα για τις ευρωπαϊκές φυλές, χωρίς ειδική τεκμηρίωση ασφάλειας και αποτελεσματικότητας.
Η ίδια η EFSA αναγνωρίζει ότι ορισμένες μελέτες καταδεικνύουν υψηλή νοσηρότητα και θνησιμότητα σε εξωτικές φυλές, όπως οι αίγες Saanen και Murcia-Granada, μετά τη χορήγηση κλασικών ζώντων εξασθενημένων εμβολίων (σελίδα 11, γραμμές 11-16). Ελλείψει κλινικών δοκιμών σε ελληνικές φυλές προβάτων ή άλλους καθαρόαιμους πληθυσμούς, η χρήση αυτών των εμβολίων ενέχει ουσιώδη κίνδυνο ανεπιθύμητων εκβάσεων, οι οποίες θα μπορούσαν να υπονομεύσουν, αντί να ενισχύσουν, τις προσπάθειες ελέγχου της νόσου (σελίδα 12, γραμμές 5-6 και γραμμές 10-11).
γ) Αποβολή / απέκκριση ιού (virusshedding)
Σε σχέση με το ζήτημα της αποβολής/απέκκρισης ιού (virusshedding), σημειώνεται ότι στην έκθεση αναφέρεται πως δύο εργασίες κατέγραψαν παρουσία αποβολής ιού, όπως αυτή τεκμηριώθηκε μέσω θετικής απομόνωσηςκαι ανίχνευσης του ιού της ευλογιάς αιγοπροβάτων (SGP) (σελίδα 11, γραμμές 25-26). Η διαπίστωση αυτή είναι κρίσιμη, διότι επιβεβαιώνει ότι — υπό ορισμένες συνθήκες — τα ζώντα εξασθενημένα (liveattenuated) εμβόλια ενδέχεται να συνοδεύονται από απέκκριση/κυκλοφορία εμβολιακού ιού, με δυνητικές επιπτώσεις στη βιοασφάλεια και στη στρατηγική εκρίζωσης.
Παράλληλα, η έκθεση επισημαίνει ότι τα αδρανοποιημένα (inactivated) εμβόλια «δεν ενέχουν κίνδυνο απέκκρισης ιού» “posenorisk of shedding” (σελίδα 11, γραμμές 31-32), γεγονός που τα καθιστά προτιμότερα για ζώνες απαλλαγμένες από νόσο και για ευαίσθητους πληθυσμούς. Η σύσταση αυτή υπογραμμίζει, εμμέσως αλλά σαφώς, ότι ο κίνδυνος αποβολής/διασποράς αφορά πρωτίστως τα ζώντα εμβόλια και ότι η χρήση τους δεν είναι ουδέτερη επιλογή σε περιοχές χωρίς κυκλοφορία του ιού ή σε πληθυσμούς υψηλής ευαισθησίας.
Συνεπώς, σε περιβάλλον όπου ο στόχος είναι η εκρίζωση και η διατήρηση/ανάκτηση καθεστώτος απαλλαγής, η πιθανότητα απέκκρισης του ιού από ζώντα εξασθενημένα εμβόλια θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ουσιώδης παράμετρος κινδύνου, ιδίως ως προς: (α) την πιθανότητα εισαγωγής εμβολιακού ιού σε καθαρές περιοχές, (β) τη δυσχέρεια επιτήρησης και ιχνηλάτησης ειδικά ελλείψειεμβολίου DIVA, και (γ) την υπονόμευση της εμπιστοσύνης και της συμμόρφωσης στο πεδίο.
δ) Περιορισμοί της υπάρχουσας τεκμηρίωσης
Όπως υπογραμμίζεται στην έκθεση, πολλές από τις διαθέσιμες μελέτες είναι περιορισμένης κλίμακας, ανεπαρκώς τεκμηριωμένες ή διαθέσιμες μόνο ως περιλήψεις, γεγονός που περιορίζει την αξιολόγηση πιθανής μεροληψίας και τη γενικευσιμότητα των συμπερασμάτων. Η EFSA ορθώς επισημαίνει την ανάγκη για μεγάλης κλίμακας, τυχαιοποιημένες δοκιμές πεδίου καθώς και οικονομικές αξιολογήσεις. Επιπλέον, παράγοντες όπως υπερδοσολογία, καταπόνηση ή εσφαλμένη χορήγηση — συνθήκες πιθανότερες σε πραγματικό περιβάλλον — έχουν συσχετιστεί με αποβολές και παροδική ανίχνευση του εμβολιακού ιού (σελίδα 12, γραμμές 1-3). Περιβαλλοντικοί και διαχειριστικοί στρεσογόνοι παράγοντες δεν αποτυπώνονται επαρκώς σε εργαστηριακές συνθήκες. Σημαντικό είναι το συμπέρασμα της ίδιας της EFSA (σελίδα 12, γραμμές 13-14) ότι είναι πραγματικά άγνωστο τι θα συμβεί με τον εμβολιασμό και ότι θα πρέπει να προηγηθεί μια πρωταρχική δοκιμαστική χρήση του εμβολίου. Είναι προφανές ότι το συμπέρασμα αυτό δεν υποδηλώνει πρόταση στρατηγικής για την εξάλειψη του νοσήματος. Τέλος, με βάση τα ίδια λεγόμενα της έκθεσης EFSA, κάποια εμβόλια προσφέρουν τη μέγιστη ασφάλεια και κάποια τη μέγιστη αποτελεσματικότητα (σελίδα 15, γραμμές 9-10). Δε φαίνεται να υπάρχει ξεκάθαρη επιλογή αυτή τη στιγμή σε ένα εμβόλιο που να συνδυάζει αποτελεσματικότητα και ασφάλεια.
4. Πειραματικές δοκιμές του ενωσιακού εργαστηρίου αναφοράς (EURL)
Όσον αφορά τις δοκιμές του ενωσιακού εργαστηρίου αναφοράς (EURL), αναφέρεται ότι οι λεπτομέρειες της εργασίας που διεξήχθη θα δημοσιευθούν σύντομα, γεγονός που δε μας επιτρέπει να αξιολογήσουμε στην παρούσα φάση τα αποτελέσματα (σελίδα 12, γραμμές 21-22). Επίσης στον Πίνακα 2 (σελίδα 13) αναφέρεται στην υποσημείωση (c) ότι η διάρκεια της ρινικής απέκκρισης ιού δεν μπορεί να εκτιμηθεί σωστά, αφού τα ζώα θανατώνονται, λόγω της πολιτικής εκρίζωσης με θανάτωση(stampingoutpolicy). Άρα δεν έχουμε δεδομένα διάρκειας της ρινικής απέκκρισης ιού. Εδώ εντοπίζεται μια αντίφαση με τα δεδομένα του Πίνακα σχετικά με τη ρινική απέκκριση του ιού και την ασφάλεια του εμβολίου που αναφέρεται παρακάτω (σελίδα 14, γραμμές 8-12). Βασιζόμαστεστα δεδομένα του Πίνακα 2 και όχι στην επεξήγηση ότι ήταν βραχυπρόθεσμη η διάρκεια ρινικής απέκκρισης ιού. Άλλωστε, η ύπαρξη περιορισμένων δεδομένων σχετικά με την απέκκριση του ιού αναγνωρίζεται ξανά στη μελέτη της EFSA (σελίδα 14, γραμμές 31-32).
Στην ενότητα 3.1.3.2 όπου αναφέρεται η έκθεση EFSA στην αποτελεσματικότητα (efficacy) των εμβολίων και περιγράφει επιμόλυνση με «ιό πρόκληση», καταλήγει ότι η πρόκληση(challenge) θεωρήθηκε ότι έχει αυστηρούς περιορισμούς “highlystringent” (λόγω υψηλής λοιμογόνου δύναμης στελέχους, υψηλής δόσης ενοφθαλμισμού και ενδοδερμικής χορήγησης) και, κατά συνέπεια, ότι η νοσηρότητα/θνησιμότητα στα εμβολιασμένα ζώα θεωρείται το χειρότερο σενάριο “worst-casescenario”, με την περαιτέρω υπόθεση ότι σε συνθήκες πεδίου “underfieldconditions” η πρόκληση θα είναι ηπιότερη και άρα η εμβολιακή αποτελεσματικότητα πιθανώς υψηλότερη (σελίδα 14, γραμμές 21-25), επισημαίνουμε ότι η υπόθεση αυτή δεν είναι κατ’ ανάγκη τεκμηριωμένη και ενδέχεται να είναι αισιόδοξη για τις πραγματικές συνθήκες εκτροφής. Συγκεκριμένα, στις συνθήκες πεδίου τα ζώα εκτίθενται συχνά σε πολλαπλούς στρεσογόνους παράγοντες (π.χ. μετακινήσεις, συνωστισμός, θερμική καταπόνηση, διατροφικές μεταβολές, παρασιτισμούς / συννοσηρότητες, χειρισμούς, τοκετούς/γαλουχία), καθώς και σε ετερογένεια ως προς την κατάσταση υγείας και το επίπεδο ανοσολογικής επάρκειας. Παράγοντες αυτού του τύπου μπορούν να μειώσουν την ανοσολογική απόκριση, να υποβαθμίσουν την πραγματική αποτελεσματικότητα και να αυξήσουν τη μεταβλητότητα των εκβάσεων, σε σχέση με ελεγχόμενες πειραματικές συνθήκες.Επιπλέον, η “έκθεση” σε πεδίο δεν είναι απαραίτητα χαμηλότερης έντασης: μπορεί να περιλαμβάνει επαναλαμβανόμενες ή παρατεταμένες εκθέσεις, πολλαπλές επαφές, καθώς και συνθήκες που ευνοούν τη μετάδοση (π.χ. κοινές εγκαταστάσεις, εξοπλισμός, ανθρώπινη/οχηματική διασπορά). Συνεπώς, δεν είναι ασφαλές να θεωρείται εκ προοιμίου ότι η πρόκληση στο πεδίο θα είναι ηπιότερη ή ότι η αποτελεσματικότητα θα είναι «ακόμη καλύτερη». Για τους λόγους αυτούς, προτείνεται η διατύπωση να μετριαστεί και να αποτυπωθεί ως υπόθεση που απαιτεί επιβεβαίωση, με ρητή αναφορά στην ανάγκη για μεγάλες, καλά σχεδιασμένες δοκιμές πεδίου (σε συνθήκες πραγματικής εκτροφής και για τις σχετικές φυλές), πριν εξαχθούν συμπεράσματα περί ανώτερης αποτελεσματικότητας υπό συνθήκες πεδίου (fieldconditions στις εκτροφές).
Τέλος, στα συμπεράσματα και τις συστάσεις της EFSA, βλέπουμε ξεκάθαρα (σελίδα 38, γραμμή 38) ότι θα πρέπει να γίνουν δοκιμές με προκαταρκτική χρήση εμβολίων για να δούμε τη συμβατότητά τους με τις τοπικές συνθήκες, κάτι που δεν έχει φυσικά πραγματοποιηθεί.
5. Ρυθμιστικές και τεχνικές παράμετροι
6. Επιπτώσεις στην επιτήρηση και στο καθεστώς απαλλαγής
Ο μαζικός εμβολιασμός θα υπονόμευε σοβαρά την επιδημιολογική επιτήρηση. Οι ορολογικές εξετάσεις θα ανίχνευαν αντισώματα χωρίς δυνατότητα διάκρισης εάν προέρχονται από φυσική μόλυνση ή από εμβολιασμό. Αυτό θα δυσχέραινε σημαντικά την ανίχνευση νέων εστιών σε εμβολιασμένους πληθυσμούς και θα περιέπλεκε την μελλοντική πιστοποίηση καθεστώτος απαλλαγής σε εθνικό και ενωσιακό επίπεδο.
7. Υπολειπόμενοι κίνδυνοι
Επιστημονικές αξιολογήσεις έχουν επίσης επισημάνει τους θεωρητικούς κινδύνους που σχετίζονται με ζώντα εξασθενημένα εμβόλια, συμπεριλαμβανομένης της πιθανής επανενεργοποίησης ή μετάλλαξης του εμβολιακού στελέχους και της κυκλοφορίας του στο περιβάλλον. Τυχόν τέτοια ανεπιθύμητα συμβάντα θα επιδείνωναν, αντί να μετρίαζαν, την παρούσα επιδημιολογική κατάσταση.
Για γεωγραφικές περιοχές όπου ο ιός δεν έχει ανιχνευθεί ποτέ ή όπου η ανίχνευση συνέβη πριν από περισσότερο από ένα έτος χωρίς υποτροπή, θα απαιτείτο περαιτέρω αιτιολόγηση και τεκμηρίωση της αναγκαιότητας εμβολιασμού.
Ελπίζουμε ότι οι παρατηρήσεις αυτές θα συμβάλουν εποικοδομητικά στον συνεχιζόμενο επιστημονικό διάλογο και θα υποστηρίξουν τη λήψη τεκμηριωμένων αποφάσεων προσαρμοσμένων στις ιδιαίτερες επιδημιολογικές και επιχειρησιακές συνθήκες της Ελλάδας.
Συμπέρασμα
Συνολικά, η παρούσα ανάλυση αναδεικνύει ότι, παρά τη σημαντική επιστημονική συμβολή της έκθεσης της EFSA στη συστηματική αποτύπωση της διαθέσιμης γνώσης, εξακολουθούν να υφίστανται ουσιώδεις αβεβαιότητες και περιορισμοί που καθιστούν την ευρεία ή συστηματική χρήση εμβολιασμού έναντι της ευλογιάς των αιγοπροβάτων (SGP) στην Ελλάδα επιστημονικά και επιχειρησιακά επισφαλή στο παρόν στάδιο.
Η απουσία εγκεκριμένων εμβολίων στην ΕΕ, η έλλειψη δυνατοτήτων DIVA, τα περιορισμένα και ετερογενή δεδομένα αποτελεσματικότητας και ασφάλειας σε ευρωπαϊκές – και ειδικότερα ελληνικές – φυλές, καθώς και οι ενδείξεις πιθανής αποβολής εμβολιακού ιού από ζώντα μειωμένης λοιμογόνου δύναμης εμβόλια, συνιστούν κρίσιμους παράγοντες κινδύνου για την επιτήρηση, το καθεστώς απαλλαγής και την αξιοπιστία των μέτρων εκρίζωσης.
Παράλληλα, οι μεθοδολογικοί περιορισμοί της επιδημιολογικής μοντελοποίησης, η μη πλήρης ευθυγράμμιση της βιβλιογραφικής αναζήτησης με τα επιχειρησιακά ερωτήματα του ενωσιακού πλαισίου εκρίζωσης και οι πρακτικές δυσκολίες εφαρμογής παρατεταμένων περιορισμών μετακίνησης στο ελληνικό παραγωγικό σύστημα, υποδηλώνουν ότι τα αποτελέσματα της μοντελοποίησης δεν μπορούν να μεταφραστούν άμεσα σε εφαρμόσιμη στρατηγική πολιτικής.
Υπό το πρίσμα αυτό, ο εμβολιασμός δεν μπορεί επί του παρόντος να θεωρηθεί ώριμο ή ουδέτερο εργαλείο ελέγχου της SGP στην Ελλάδα, ιδίως σε περιβάλλον όπου ο πρωταρχικός στόχος παραμένει η ταχεία εκρίζωση και η διατήρηση ή ανάκτηση καθεστώτος απαλλαγής από τη νόσο. Οποιαδήποτε μελλοντική εξέταση εμβολιαστικών στρατηγικών θα πρέπει να προηγείται από στοχευμένες, καλά σχεδιασμένες δοκιμές πεδίου, προσαρμοσμένες στις τοπικές επιδημιολογικές, γενετικές και διαχειριστικές συνθήκες, καθώς και από σαφή αξιολόγηση των επιπτώσεων στην επιτήρηση, το εμπόριο και την κοινωνικοοικονομική βιωσιμότητα των μέτρων.