
Με φόντο τις ραγδαίες εξελίξεις στον πρωτογενή τομέα της Λέσβου αλλά και της χώρας, η Μαρία Χατζηγεωργίου και ο αγροτικός συντάκτης Νίκος Μανάβης άνοιξαν έναν εκτενή κύκλο συζήτησης για όσα διαμορφώνουν σήμερα ένα εκρηκτικό τοπίο στην αγροτική παραγωγή. Στο επίκεντρο βρέθηκαν τόσο οι πολιτικές εξελίξεις στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης όσο και η διαχείριση της κρίσης που έχει προκαλέσει ο αφθώδης πυρετός στη Λέσβο, με τις επιπτώσεις να απλώνονται από τις εκτροφές και τα σφαγεία μέχρι τα τυροκομεία και την τοπική αγορά.
Αλλαγές στο Υπουργείο και σκιές στον ΟΠΕΚΕΠΕ
Η συζήτηση ξεκίνησε από την παραίτηση του Κώστα Τσιάρα και τις αλλαγές στην ηγεσία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης. Ο Νίκος Μανάβης σημείωσε ότι η αποχώρησή του συνδέεται με τις εξελίξεις γύρω από τη διαχείριση των αγροτικών επιδοτήσεων, ενώ στάθηκε ιδιαίτερα στην επιλογή του Μαργαρίτη Σχοινά για τη θέση του υπουργού, εκτιμώντας ότι πρόκειται για μια κίνηση με σαφές ευρωπαϊκό αποτύπωμα. Όπως ανέφερε, η κυβέρνηση επιχειρεί να στείλει μήνυμα συμμόρφωσης με το κοινοτικό δίκαιο, σε μια περίοδο που οι αγροτικές ενισχύσεις βρίσκονται στο μικροσκόπιο.
Ωστόσο, κατά τον ίδιο, το πρόβλημα δεν είναι πρωτίστως προσωποκεντρικό, αλλά βαθιά πολιτικό. Υποστήριξε ότι οι αγροτικές επιδοτήσεις διαχρονικά κατανέμονται με άδικο τρόπο, σημειώνοντας πως περίπου το 15% των αγροτών εισπράττει το 80% των ενισχύσεων, γεγονός που αποτυπώνει με τον πιο καθαρό τρόπο τη στρέβλωση του συστήματος.
Οι δικογραφίες και το βάθος της έρευνας
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στις δικογραφίες που συνδέονται με τον ΟΠΕΚΕΠΕ, καθώς και στην αναφορά του ονόματος του βουλευτή Λέσβου της Νέας Δημοκρατίας Χαράλαμπου Αθανασίου. Ο Νίκος Μανάβης ξεκαθάρισε ότι χωρίς πρόσβαση στη δικογραφία δεν μπορεί να υπάρξει ασφαλές συμπέρασμα για συγκεκριμένες περιπτώσεις, σημειώνοντας πάντως ότι άλλο είναι μια μεμονωμένη παρέμβαση για διόρθωση διοικητικού λάθους και άλλο η διερεύνηση οργανωμένης δράσης σε βαθμό κακουργήματος.
Όπως υπογράμμισε, η ουσία της έρευνας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας δεν αφορά απλές αμφισβητούμενες περιπτώσεις επιδότησης, αλλά το ενδεχόμενο να λειτούργησε οργανωμένο σύστημα υφαρπαγής ενισχύσεων, με εμπλοκή διοικητικών και κυβερνητικών μηχανισμών. Παράλληλα εξέφρασε απορία για το γεγονός ότι δεν έχει αναδειχθεί επαρκώς η περίοδος του 2022, για την οποία, όπως είπε, υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις διοικητικού χάους στις πληρωμές.
Μια κρίση που δεν ήρθε απρόσμενα
Στο σκέλος του αφθώδους πυρετού, ο Νίκος Μανάβης εμφανίστηκε κατηγορηματικός ότι η εμφάνιση κρουσμάτων στη Λέσβο δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Υπενθύμισε πως ήδη από τις 23 Μαΐου 2025 είχε επισημανθεί ο κίνδυνος από τα απέναντι τουρκικά παράλια, όταν είχαν εμφανιστεί κρούσματα στο Δικελί, σε πολύ μικρή απόσταση από τις ακτές της Λέσβου.
Κατά την ανάλυσή του, από εκείνη τη στιγμή θα έπρεπε να είχαν ενεργοποιηθεί μέτρα ενεργητικής επιτήρησης, με συστηματικούς ελέγχους και αιμοληψίες σε κοπάδια των παραμεθόριων περιοχών. Αντί αυτού, όπως ανέφερε, δεν λήφθηκε ουσιαστικά κανένα μέτρο, παρά το γεγονός ότι η Λέσβος έχει ιστορικά βρεθεί αντιμέτωπη με ζωονόσους που περνούν από τα απέναντι παράλια.
Ως πιθανότερο τρόπο μετάδοσης περιέγραψε την άγρια πανίδα και κυρίως τα μετακινούμενα πτηνά, χωρίς να αποκλείει και μηχανική μεταφορά του ιού μέσω ανθρώπων ή οχημάτων.
Το μεγάλο κενό των κτηνιατρικών υπηρεσιών
Το βασικότερο πρόβλημα, σύμφωνα με τον αγροτικό συντάκτη, είναι η υποστελέχωση των κτηνιατρικών υπηρεσιών. Όπως είπε, στη Λέσβο υπηρετούν μόλις 6 κτηνίατροι, αριθμός προφανώς ανεπαρκής για ένα νησί με περίπου 2.500 εκτροφές. Με αυτούς τους ρυθμούς, εξήγησε, δεν μπορεί να υπάρξει γρήγορη και ουσιαστική εικόνα για την υγειονομική κατάσταση του ζωικού κεφαλαίου.
Ο ίδιος εκτίμησε ότι για να καλυφθεί το νησί μέσα σε 2 εβδομάδες θα απαιτούνταν περίπου 100 άνθρωποι, ενώ ως μόνιμη βάση θεωρεί αναγκαία την παρουσία τουλάχιστον 15 κτηνιάτρων μαζί με το απαιτούμενο διοικητικό προσωπικό. Σήμερα, υπογράμμισε, οι κτηνίατροι καλούνται να είναι ταυτόχρονα στο πεδίο και στη γραφειοκρατία, χάνοντας πολύτιμο χρόνο από τους ελέγχους.
Κλειστά σφαγεία και παράλυση της αγοράς
Η συζήτηση επεκτάθηκε και στα περιοριστικά μέτρα που επιβλήθηκαν μετά τον εντοπισμό των κρουσμάτων. Ο Νίκος Μανάβης χαρακτήρισε παράλογη τη γενικευμένη απαγόρευση λειτουργίας των σφαγείων και μετακίνησης προϊόντων, ιδίως από τη στιγμή που η νόσος δεν επηρεάζει την ανθρώπινη υγεία. Εκτίμησε ότι σε ελεύθερες περιοχές του νησιού θα μπορούσε να επιτραπεί ελεγχόμενα η σφαγή για τοπική κατανάλωση, αρκεί να υπήρχε το απαραίτητο προσωπικό για να πιστοποιήσει την υγειονομική ασφάλεια.
Κατά τον ίδιο, η γενικευμένη καραντίνα αποτυπώνει ουσιαστικά την αδυναμία του κρατικού μηχανισμού να πραγματοποιήσει τους απαραίτητους ελέγχους και να διαχωρίσει με σαφήνεια τις καθαρές από τις ύποπτες περιοχές.
Τυροκομεία και κτηνοτρόφοι σε οικονομική ασφυξία
Ιδιαίτερα πιεστική εμφανίζεται και η κατάσταση για τα τυροκομεία της Λέσβου. Όπως περιγράφηκε στη συζήτηση, μέσα σε ελάχιστο χρόνο πολλές επιχειρήσεις βρέθηκαν με παγωμένες πληρωμές, αβέβαιες εισπράξεις και σοβαρό κίνδυνο επιστροφών προϊόντων από την αγορά. Το αποτέλεσμα ήταν να βρεθούν χωρίς ρευστότητα, την ώρα που έπρεπε να συνεχίσουν να πληρώνουν παραγωγούς, ρεύμα, εφορία και λοιπές υποχρεώσεις.
Η προσωρινή άρνηση παραλαβής γάλακτος από ορισμένα τυροκομεία αποδόθηκε σε αυτό ακριβώς το ασφυκτικό περιβάλλον. Παρά τις κυβερνητικές ανακοινώσεις για αποζημιώσεις, ο Νίκος Μανάβης εμφανίστηκε επιφυλακτικός ως προς την ταχύτητα και την αποτελεσματικότητα των πληρωμών.
Χαμηλές αποζημιώσεις και αίτημα πολιτικής πίεσης
Σε ό,τι αφορά τις αποζημιώσεις για τα σφαγμένα ζώα, τόνισε ότι τα ποσά που διαφαίνονται δεν καλύπτουν την πραγματική ζημιά των κτηνοτρόφων, ενώ αντίστοιχα χαμηλές εκτίμησε και τις ενισχύσεις για το αυξημένο κόστος ζωοτροφών. Παράλληλα στάθηκε στο αδιέξοδο της ανασύστασης του ζωικού κεφαλαίου, εξηγώντας ότι τα προγράμματα που προτείνονται είναι στην πράξη δυσπρόσιτα για παραγωγούς που έχουν ήδη καταστραφεί οικονομικά.
Κλείνοντας, ο Νίκος Μανάβης υπογράμμισε ότι χωρίς ισχυρή πολιτική πίεση από το νησί και χωρίς διεκδίκηση άμεσων μέτρων, όπως η επίσπευση εκκρεμών ενισχύσεων για τα μικρά νησιά του Αιγαίου, η κατάσταση δεν πρόκειται να αλλάξει ουσιαστικά. Το συμπέρασμα της συζήτησης ήταν σαφές. Ο πρωτογενής τομέας της Λέσβου βρίσκεται αντιμέτωπος όχι μόνο με μια υγειονομική κρίση, αλλά και με τις χρόνιες αδυναμίες ενός συστήματος που δείχνει να αντιδρά μόνο όταν η ζημιά έχει ήδη γίνει.