× Στο Νησί
SOCIAL MEDIA

«Η βαρβαρότητα έσβησε, ο πολιτισμός επέζησε»

Όσα έζησε μία εβραϊκή οικογένεια στην Κατοχή

Από το NEWSROOM Δημοσίευση 5/4/2021

«Η βαρβαρότητα έσβησε, ο πολιτισμός επέζησε»
' χρόνος ανάγνωσης

Ο πρόεδρος του Συλλόγου Απογόνων Θυμάτων του Ολοκαυτώματος, Μάριος Σούσης, μιλάει στο Sputnik για τα όσα έζησε κατά την Κατοχή αφότου οι Γερμανοί συνέλαβαν τον πατέρα του και τον έστειλαν στα στρατόπεδα θανάτου. Ογδόντα ετών σήμερα, ο κ. Σούσης γράφει βιβλία και μιλάει σε σχολεία για να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη.
Όλα ξεκίνησαν με μία προδοσία. Η ιδιοκτήτρια του σπιτιού στο Κολωνάκι όπου έμενε ο θείος του Μάριου Σούση, τον κατέδωσε στους Γερμανούς. Το ημερολόγιο έδειχνε 17 Ιανουαρίου του 1944, όταν ο θείος του 6χρονου τότε Μάριου Σούση βρέθηκε στα χέρια των Γερμανών.

Ένας δωσίλογος μεσολαβεί και πείθει τον παππού τού Μάριου Σούση πως εάν οκτώ άτομα από την οικογένεια δηλωθούν, οι Γερμανοί θα αφήσουν ελεύθερο τον θείο, τη σύζυγό του και ένα 12χρονο κορίτσι. Ο παππούς πείθει τους άλλους γιους του να δηλωθούν, δίνοντας δηλαδή το «παρών» κάθε Σάββατο στη Συναγωγή. Υπήρχε, άλλωστε, και σχετικός νόμος που προέβλεπε ότι όσοι δηλωθούν, θα αφήνονταν ελεύθεροι.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Στις 25 Μαρτίου, ο Ζακ Σούσης, πατέρας του Μάριου, κατεβαίνει στο κέντρο της Αθήνας με τη σύζυγό του, Λουΐζα. Πηγαίνει στην Οδό Μελιδώνη, όπου βρισκόταν η Συναγωγή, προκειμένου να δώσει το «παρών». Με πρόσχημα ότι θα μοιράζονταν τρόφιμα για την επικείμενη γιορτή του Εβραϊκού Πάσχα, προσκαλούνται να μπουν μέσα. Οι πόρτες κλείνουν και πάνοπλοι Γερμανοί δεν αφήνουν κανέναν να βγει. Το απόγευμα της ίδιας μέρας, τους πήραν με τα φορτηγά και τους πήγαν στο Χαϊδάρι.

Η οικογένεια κρυβόταν την εποχή εκείνη στο Χαλάνδρι. Η μητέρα μαθαίνοντας για τη σύλληψη, παίρνει τηλέφωνο και ειδοποιεί τα παιδιά να φύγουν από το σπίτι.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«Ήρθαν οι Γερμανοί με μία μοτοσυκλέτα και τον πατέρα. Έψαχναν να μας βρουν. Η μικρή μου αδελφή έπαιζε στα χωράφια και όταν είδε τους αξιωματικούς πλησίασε και ρώτησε τι γύρευαν εκεί. Ο πατέρας που ήταν μαζί με τους Γερμανούς, την είδε, έστριψε την πλάτη του ώστε να μην τον αναγνωρίσει και την πιάσουν. Οι Γερμανοί δε μας βρήκαν», θυμάται ο κ. Σούσης.

Το ίδιο βράδυ η μητέρα επιστρέφει και βρίσκουν άλλο καταφύγιο, μία τρώγλη, επίσης στο Χαλάνδρι.

Στις 2 Απριλίου, τρένα αναχωρούν από τον σταθμό του Ρουφ. Σε ένα βαγόνι που κανονικά χρησιμοποιούταν για μεταφορά ζώων, βρίσκεται και ο Ζακ Σούσης, μαζί με πολλά ακόμη μέλη της οικογένειας. Άνθρωποι του Ερυθρού Σταυρού παίρνουν την άδεια να μοιράσουν δέματα με τσιγάρα, τρόφιμα, κουβέρτες. Ο Ζακ Σούσης γράφει ένα πρόχειρο σημείωμα και τους το δίνει. Ήταν το τελευταίο γράμμα που θα έφτανε στην οικογένεια:

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«2/4/44 Αγαπητή Λουΐζα, σήμερον εφύγαμε με τα τρένα, με Μποχώρ, Μπαμπά Σαμ Εστέρ, Ρένα, Ισαάκ. Σας φιλώ και καλή Αντάμοσιν. Φιλιά εις τα παιδιά».

Την τελευταία φράση επέλεξε και ο Μάριος Σούσης για να τιτλοφορήσει το βιβλίο του.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«Αυτούς τους 320, καθώς και 115 γυναίκες τούς κράτησαν ζωντανούς. Στους υπόλοιπους είπαν ότι δήθεν θα κάνουν μπάνιο, τους είπαν να γδυθούν και τους εκτέλεσαν με τον γνωστό τρόπο», αφηγείται ο κ. Σούσης.

Μεταξύ των καθηκόντων που είχαν οι ζοντερκομάντο ήταν η μεταφορά των πτωμάτων από τους θαλάμους αερίων στα κρεματόρια. Κάποιοι δεν αντέχουν και αυτοκτονούν.

«Ο Λίτσης δεν ήθελε να εκτελεί αυτή την εργασία, το είπε σε έναν φίλο του. Του λέει αυτός "κάνε υπομονή, θα περάσει και θα ζήσουμε". Την επόμενη μέρα, όμως, την ώρα που έριχναν ένα πτώμα στη φωτιά, έπεσε και ο ίδιος μέσα».

Τον Ιανουάριο του 1945, με τον Κόκκινο Στρατό να προελαύνει, οι Γερμανοί εκκενώνουν το στρατόπεδο και οδηγούν όσους αιχμαλώτους είχαν επιζήσει στη λεγόμενη Πορεία του Θανάτου μέχρι το Μαουτχάουζεν. Από τους 320 άντρες, μόλις 26 άτομα έχουν βγει ζωντανά από το κολαστήριο. Υποχρεώνονται να διανύσουν με τα πόδια τη μισή απόσταση μέχρι το γερμανικό στρατόπεδο. Στις 11 Φεβρουαρίου, φτάνουν στο Μαουτχάουζεν.

Ο Μάριος Σούσης θα αναζητήσει τα ίχνη του πατέρα του. «Έγραψα στο Άουσβιτς και ζήτησα να μου πουν τι έγινε. Μου απάντησαν ότι δε γνωρίζουμε γιατί οι Γερμανοί όταν έφυγαν, κατέστρεψαν όλα τα έγγραφα. Μετά έγραψα στο Μαουτχάουζεν. Μου έστειλαν μία απάντηση ότι υπάρχει ένας Ζακ Σούσης, κλειδαράς, ο οποίος πέθανε στις 12 Φεβρουαρίου 1945, από δυσεντερία. Αλλά έχουν μία υποσημείωση που λένε ότι η λέξη "δυσεντερία" είναι μία δικαιολογία που έγραφαν για όλους τους νεκρούς».

Ο ίδιος έμαθε όσα συνέβησαν από ανθρώπους που επέστρεψαν από τα στρατόπεδα. Όσον αφορά τον πατέρα του, όμως, ζούσε πάντα με την ελπίδα ότι θα γυρίσει. «Άμα δε δεις έναν άνθρωπο πεθαμένο, να τον θάψεις, να τον κλάψεις, δεν πιστεύεις ποτέ ότι πέθανε», όπως λέει.

Και πράγματι δεν έκλαψε ποτέ μέχρι το 2007 που επισκέφτηκε για πρώτη φορά το στρατόπεδο του Αόυσβιτς. «Ήταν τρομερή η στιγμή. Δεν είχα κλάψει για τον πατέρα ποτέ. Εκεί έκλαψα, ένιωσα τις συνθήκες που πέθανε».

Με τον πατέρα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, η οικογένεια ζει κρυμμένη στα χωράφια του Χαλανδρίου, μέχρι την απελευθέρωση στις 12 Οκτωβρίου. Τότε επιστρέφει στην οικεία στην Αθήνα. Το σπίτι όμως είχε κατασχεθεί από αστυνομικούς. Μετά από δικαστικές προσφυγές, το σπίτι τούς επιστρέφεται. Είναι, όμως, κατεστραμμένο. Το ίδιο και το «Ακροπόλ», το εμπορικό κατάστημα στην Ερμού.

«Το κατάστημα λεηλατήθη υπό των Γερμανών», αναφέρει έγγραφο του Επιμελητηρίου. Υπό των Γερμανών, αλλά και υπό ορισμένων Ελλήνων, θα μπορούσε να προσθέσει κάποιος, καθώς εμπορεύματα που ο ιδιοκτήτης έδωσε σε διάφορους φίλους, δεν επεστράφησαν ποτέ. Ακολούθησε η «δίκη των καταχραστών», τα έγγραφα της οποίας ο κ. Σούσης παρουσιάζει σε νέο, υπό έκδοση, βιβλίο. Το δικαστήριο καταδίκασε τους καταχραστές, όμως νόμος της κυβέρνησης του Κανελλόπουλου για την αποσυμφόρηση των φυλακών, τους επέτρεψε να βγουν.

Οι Έλληνες Εβραίοι της Αθήνας που δολοφονήθηκαν στα στρατόπεδα θανάτου ξεπερνούν τους 1.500. Συμπτωματικά, αυτές τις μέρες, η Ισραηλιτική Κοινότητα Αθηνών σε συνεργασία με τον Σύλλογο Απογόνων Θυμάτων Ολοκαυτώματος ετοιμάζουν πλάκα με τα ονόματα των ανθρώπων που χάθηκαν. Την ίδια στιγμή, ο Μάριος Σούσης επισκέπτεται σχολεία και δίνει ομιλίες.

«Η βαρβαρότητα έσβησε, ο πολιτισμός επέζησε στα πρόσωπά μας», λέει με ένα μείγμα περηφάνιας και συγκίνησης, δείχνοντας δύο φωτογραφίες από το βιβλίο που έχει γράψει και στο οποίο εξιστορεί όσα συνέβησαν στην οικογένειά του, κατά τη Γερμανική Κατοχή της Αθήνας.

Πολλοί ήταν οι λόγοι που τον οδήγησαν να γράψει το «Καλή αντάμωση — Φιλιά εις τα παιδιά».

«Αποφάσισα να γράψω το βιβλίο γιατί πρέπει να διατηρηθεί η μνήμη. Εάν δε διατηρηθεί, εάν δε μιλήσουμε εμείς που από πρώτο χέρι ζήσαμε τα γεγονότα, δε θα μπορούν οι άλλες γενιές να πληροφορηθούν τι έγινε και τι υποφέραμε κι εμείς που μείναμε πίσω. Ήθελα, επίσης, να τιμήσω τη μνήμη των ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους. Τέλος να διώξω από πάνω μου ένα φορτίο, ένα βάρος. Το βιβλίο τελειώνει με τη φωτογραφία της δικής μου οικογένειας. Αυτή είναι η απάντηση στους Γερμανούς που ήθελαν να μας εξολοθρεύσουν».

Ερωτηθείς για το μήνυμα που θέλει να μεταδώσει στους νέους, ο κ. Σούσης καλεί τη νεολαία «να μελετήσει, να διαβάσει αυτά που έγιναν, να ζήσει τις αγωνίες αυτών των ανθρώπων» ώστε να μην επαναληφθούν όσα συνέβησαν τότε.

Στο ερώτημα εάν ανησυχεί ότι νέοι άνθρωποι ξεχνούν, ο κ. Σούσης απαντά:

«Εμείς κάναμε εκείνο που έπρεπε να κάνουμε. Διασωθήκαμε από τους Γερμανούς, ξαναφτιάξαμε τη ζωή μας, φτιάξαμε τις οικογένειές μας. Ας ακολουθήσουν και αυτοί το ίδιο παράδειγμα, να δημιουργήσουν ξανά. Τα παιδιά τα ξέρουν αυτά. Τα έχουν ακούσει. Βλέπουν τον αντισημιτισμό που υπάρχει και σήμερα και έτσι δημιουργείται μία αντίδραση. Υπάρχει ακόμη το μίσος εναντίον του ετερόδοξου, του διαφορετικού. Κάθε φασιστικό καθεστώς δημιουργεί εξιλαστήριο θύμα».

[ΠΗΓΗ]
ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Αγγιξε τις καρδιές όλων ο Σωτήρης Αθανασίου

Ισχυρά μηνύματα από την ημερίδα της Oxygen Academy για τη συμπερίληψη και τον αυτισμό μέσω του μπάσκετ
Αγγιξε τις καρδιές όλων ο Σωτήρης Αθανασίου
ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Τι γιορτάζουμε την Κυριακή των Βαΐων

Η υποδοχή του Χριστού με τα Βάγια και τα έθιμα της νηστείας
Τι γιορτάζουμε την Κυριακή των Βαΐων
ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Ο Νίκος Σαραντάκος από τα χρονογραφήματα του παππού του ως την τεχνητή νοημοσύνη

Ο συγγραφέας και δημιουργός του ιστολογίου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία» μίλησε για τον πατέρα και τον παππού του, τα χρονογραφήματα στον «Δημοκράτη» και τις νέες προκλήσεις της εποχής
Ο Νίκος Σαραντάκος από τα χρονογραφήματα του παππού του ως την τεχνητή νοημοσύνη
ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Τα... Fake News της Επανάστασης!

Πώς οι ψεύτικες ειδήσεις κυκλοφορούσαν ακόμη και από τους ίδιους τους οπλαρχηγούς του 1821. Στο επίκεντρο της φημολογίας, οι Ρώσοι, ο Υψηλάντης, η κατάληψης της πόλης και η «Αόρατος Αρχή»
Τα... Fake News της Επανάστασης!
ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Ελεύθερο Πάσχα και 25η Μαρτίου στη Μικρά Ασία του 1920

Γράφει ο ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΚΑΛΑΡΓΑΛΗΣ*
Ελεύθερο Πάσχα και 25η Μαρτίου στη Μικρά Ασία του 1920
ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Οι ζωγραφιές – «φωτογραφίες» των ηρώων της επανάστασης του 1821

Ο άγνωστος Βαυαρός φιλέλληνας που ζωγράφισε και διέσωσε τις μορφές των ηρώων της επανάστασης στα πεδία των μαχών-Γράφει ο ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΛΥΚΟΥΡΙΝΟΣ
Οι ζωγραφιές – «φωτογραφίες» των ηρώων της επανάστασης του 1821
ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Κώτσος Λούης, ένας γραφικός πατριώτης

Γράφουν η ΜΑΡΙΑ ΓΡΗΓΟΡΑ και ΦΑΝΗ ΜΑΡΩΝΙΤΟΥ*
Κώτσος Λούης, ένας γραφικός πατριώτης
ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Εφυγε από τη ζωή ο Ολλανδός εθελοντής της Λέσβου που συγκίνησε το πανελλήνιο

Ο Pieter Wittenberg, που αθωώθηκε έπειτα από οκτώ χρόνια δικαστικής διαμάχης στη Λέσβο, πέθανε στα 78 του
Εφυγε από τη ζωή ο Ολλανδός εθελοντής της Λέσβου που συγκίνησε το πανελλήνιο
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Πολυετής έρευνα στις πιο ταραγμένες σελίδες της Λεσβιακής ιστορίας

1.180 νεκροί, 80 θανατικές καταδίκες, 900 τεκμήρια: το νέο βιβλίο του Γιώργου Γαλέτσα για τη Λέσβο του ’40
Πολυετής έρευνα στις πιο ταραγμένες σελίδες της Λεσβιακής ιστορίας
ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Ο Σίμος που σκουπίζει τους δρόμους και αγγίζει τις καρδιές

Μια ήσυχη μορφή της καθημερινότητας που δίνει αξιοπρέπεια και νόημα στην εργασία- Μέσα από το πρόγραμμα 55-67 της ΔΥΠΑ συνεχίζει να δουλεύει με πίστη και αγάπη για τη Μυτιλήνη
Ο Σίμος που σκουπίζει τους δρόμους και αγγίζει τις καρδιές
ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Μια φεμινίστρια στη Θερμή του 1930

Η Winifred Lamb, η αρχαιολογία και οι αγώνες για τα δικαιώματα των γυναικών
Μια φεμινίστρια στη Θερμή του 1930